Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ακρίτα Έλενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ακρίτα Έλενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

Ντίκενς, Ντίκενς, είσ’ εδώ;

  • Της ΕΛΕΝΑΣ ΑΚΡΙΤΑ, ΤΑ ΝΕΑ: 23 Δεκεμβρίου 2010

ΜΙΑ ΦΟΡΑ κι έναν καιρό, ήταν ένας Εµπενίζερ Σκρουτζ που τον έλεγαν Θανάση Παπαδόπουλο. Ο Θανάσης δεν ήταν πάντα Σκρουτζ: µουντρούχος, απότοµος, η µούρη µέχρι το πάτωµα, η τσέπη κλειδωµένη, η καρδιά ξεχασµένη σε κάποια άδεια θυρίδα µιας τράπεζας... Χαρά Θεού ήταν κάποτε... Χαµογελαστός και καλοσυνάτος! Πολλά δεν είχε, αλλά δεν του έλειπε και τίποτα. Ζούσε ευτυχισµένος µε την οικογένειά του, µε τις γιορτούλες και τα γλεντάκια τους, τις εκδροµές και τα ταξιδάκια τους… Οχι, µόνο Σκρουτζ δεν τον έλεγες τον Θανάση… Σκρουτζ τον έκανε το ∆ΝΤ. Η τρόικα, η οικονοµική κρίση. Ο µισθός που του κόψανε στα δύο. Η γυναίκα του που έµεινε άνεργη στα 55 της και δεν είχε συµπληρώσει τα ένσηµα. Ο γιος που έψαχνε δουλειά µε το κιάλι.

Και το εγγονάκι του στην κούνια… Που δεν υποψιαζόταν τίποτα… Και δεν έφταιγε σε τίποτα… Κι ο Θανάσης τα ‘βλεπε όλα αυτά… Και δεν µπορούσε να κάνει τίποτα… Κι άλλαξε… Η ζωή τον άλλαξε… Την παραµονή το βράδυ, έπεσε να κοιµηθεί. Οχι γιατί νύσταζε, αλλά για να ζεσταθεί το κοκαλάκι του, µια που το πετρέλαιο κι εκείνος είχαν κόψει προ πολλού τις διπλωµατικές τους σχέσεις. Κι όπως έγερνε τα βλέφαρα, άκουσε µια φωνή:

«Σε λίγο θα σε επισκεφτούν τρία φαντάσµατα. Από τα Χριστούγεννα του παρελθόντος, του παρόντος και του µέλλοντος…».

ΚΙ ΗΡΘΑΝ πρώτα τα Χριστούγεννα του παρελθόντος… Νιόπαντρος ο Θανάσης. Με τον γιο του να µπουσουλάει στα πόδια του… Στην παλιά τηλεόραση ένα χαζοχαρούµενο εορταστικό, οι µπάλες τυλιγµένες προσεχτικά σε εφηµερίδες, τα αγγελάκια και οι χρυσές γιρλάντες σκορπισµένες στο πάτωµα. Στην πορσελάνινη πιατέλα µελοµακάρονα σπιτικά. Στο ψυγείο µια γαλοπούλα περίµενε στωικά τη µαύρη της τη µοίρα. Ανήµερα, θα µαζευόταν στο σπίτι όλη η οικογένεια. Και την παραµονή Πρωτοχρονιάς στου κουµπάρου. Να ξηµερωθούν παίζοντας 31 και ποντάροντας φραγκοδίφραγκα. Λεφτά ποτέ δεν υπήρχαν πολλά… Οµως τίποτα δεν τους έλειπε… Και το αγοράκι που µπουσούλαγε στα πόδια τους θα έβρισκε στο στολισµένο δέντρο ένα κατακόκκινο αυτοκινητάκι µε µπαταρίες! Ηρθανε και φύγανε… Τα Χριστούγεννα του παρελθόντος… Τη θέση τους παίρνουνε τα Χριστούγεννα του παρόντος. Σε µια πόλη καταθλιπτική, σκοτεινή, αστόλιστη, άδεια. Σε ένα διαµέρισµα ποτισµένο υγρασία. Το παλιό πλαστικό δέντρο φυλλορροεί. Πάνω στα τσουροµαδηµένα κλαριά του ελάχιστα στολίδια που λες κι έχουν δραπετεύσει από τη ζώνη του λυκόφωτος. Η γαλοπούλα έγινε κοτόπουλο και το οικογενειακό τραπέζι σουβενίρ. Κανείς πια δεν καλεί κανέναν. Ολοι κλείνονται στους τέσσερις τοίχους και υπολογίζουν πώς θα πληρώσουν φως, νερό, τηλέφωνο. Και δεν τους βγαίνουν τα κουκιά… Και το αγόρι που µπουσούλαγε έκανε ένα δικό του αγόρι… Το ανυποψίαστο µωρό στην κούνια… Που δεν περιµένει κόκκινα αυτοκίνητα… Κι ευτυχώς, δεν το ξέρει… Οχι ακόµα… Κι εδώ – κάπου εδώ – αλλάζει το παραµύθι… Ετσι, αυθαίρετα… Γιατί, αν ακολουθήσουµε πιστά τον Ντίκενς, θα ψυχοπλακωθούµε άπαντες… Τα Χριστούγεννα του µέλλοντος θα είναι βουτηγµένα στον ζόφο και στο έρεβος… Γιατί το µωρό στην κούνια γεννήθηκε χωρίς αιτία… Σε µια χώρα χωρίς αύριο… Τα Χριστούγεννα του µέλλοντος µπορεί να µην είναι ολόφωτα και ξένοιαστα! Οµως πάντα, κάπου, ελλοχεύει µια ελπίδα… Μια µικρή παράλογη πεισµατάρα ελπίδα… Μια σπίθα που – έστω κι αδύναµη – εµµένει.

Και πάει και κουρνιάζει στην κούνια του µωρού… Στην κούνια του αύριο… Της καινούργιας γενιάς... Που ίσως τα καταφέρει καλύτερα από µας… Κόντρα σε κάθε προγνωστικό, σε κάθε στοίχηµα, ίσως – µαζεύοντας µπάζα κι άχρηστα υλικά απ’ τα συντρίµµια – χτίσει τον δικό της κόσµο… Ισως… ΚΑΙ ΤΟΤΕ ο Σκρουτζ θα γυρίσει στον µύθο του. Κι ο δικός µας Σκρουτζ θα ξαναβρεί τον Θάναση!

Merry Christmas… ουπς Merry Crisis!

Κυριακή 19 Απριλίου 2009

Πάσχα σε παρελθόντα χρόνο



ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ τέτοιες μέρες επίμονα παρεισφρύει στην καθημερινότητα το ρήμα «θυμάμαι»! Για κάποιον λόγο, η Πασχαλιά είναι συνυφασμένη με των παιδικών χρόνων τις μνήμες τις ανεξίτηλες. Το χθες συντρίβει το σήμερα, εξωραΐζεται, καλλωπίζεται, βάζει τα καλά του και εισβάλλει σαν τον κατακτητή μες στην καρδιά και το μυαλό.

Ήταν άραγε τόσο όμορφα τα χρόνια εκείνα ή εμείς τα σουλουπώσαμε στην πορεία μας; Ήταν τόσο ακριβές οι αναμνήσεις ή εμείς τις κόψαμε στα μέτρα μας; Δεν θα το μάθουμε ποτέ! Κι ίσως δεν έχει και σημασία! Σημασία έχει ότι το παρελθόν εκτοπίζει το παρόν και το ρήμα «θυμάμαι» κυριαρχεί γεμάτο μυρωδιές από μοβ πασχαλιές, το κερί της λαμπάδας που λειώνει και την τσίκνα του αρνιού. Γιατί το θυμάμαι δεν έχει να κάνει με τα γεγονότα. Έχει να κάνει με την αίσθηση που μας γεννούσαν τα γεγονότα.

«Θυμάμαι», λοιπόν... Ή μάλλον θυμάμαι... Βγάζω τα εισαγωγικά από το ρήμα και γυρίζω πίσω... Τότε που φορούσα κόκκινα κοκαλάκια με πασχαλίτσες στα καλοχτενισμένα μαλλάκια... Τότε που μας αγόραζαν καινούργια παπούτσια για το Πάσχα. Τότε που νιώθαμε πολύ περήφανοι γιατί αγόρια και κορίτσια φυλούσαμε σκοπιά τον Επιτάφιο.

Θυμάμαι τη ζύμη που ετοίμαζε η γιαγιά μου για τα κουλουράκια. Τι απίστευτη ηδονή! Να χώνεις τα χέρια σ΄ αυτή τη μαγική πλαστελίνη και να «πλάθεις κουλουράκια με τα δυο χεράκια». Ξεκινούσα πάντα με μεγαλεπήβολα σχέδια. Ότι θα φτιάξω λαγουδάκια, μαργαρίτες, σπιτάκια. Αλλά επειδή «απεξανέκαθεν» δεν έπιαναν και πολύ τα χέρια μου, συμβιβαζόμουνα γρήγορα με πιο εφικτούς στόχους:
κοτσίδες, καρδούλες και στρογγυλά μηδενικά. Κι όταν έβγαιναν ζεστά ζεστά απ΄ τον φούρνο η γιαγιά τα έβαζε στην καλή πιατέλα, τη Ρόζενταλ, και μου τα έδινε να τρατάρω (Μικρασία αθάνατη!) την οικογένεια. Στην οποία και δεν υπήρχε περίπτωση να μην επισημάνω ποια είναι τα δικά μου. Έπρεπε να διασφαλίσω τον θαυμασμό τους καθώς άκουγα το θεϊκό τραγάνισμα στο στόμα τους: «Όλα τα κουλουράκια είναι ωραία, αλλά της Έλενας είναι τα καλύτερα! Δώσε μου άλλη μια καρδούλα... μμμμμ!!!!»
ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΑΥΓΑ πάλι τα έπαιρνε εργολαβία η μαμά. Κανένας στην οικογένεια δεν πετύχαινε τόσο τέλεια το ομοιόμορφο λαμπερό χρώμα. Το οποίο και έπρεπε να είναι απαραιτήτως κόκκινο. Μάχη έδινα για να την πείσω να βάψουμε και κίτρινα, πράσινα, μπλε. Μάχη χαμένη. Η μαμά ήταν αμετακίνητη στο παραδοσιακό κόκκινο αυγό. Η μόνη παραχώρηση που έκανε ήταν οι χαλκομανίες. Η τελευταία πινελιά στα άψογα αυγά της.

Ήθελαν χειρουργική ακρίβεια αυτά τα άτιμα. Σωστούς υπολογισμούς, προσεκτικές κινήσεις. Πόσο να βράσουν, πότε να τα βουτήξουμε στην μπογιά, πώς να μη σπάσει το τσόφλι, ποια η κατάλληλη ώρα για να βγουν. Και μετά αναλάμβανα εγώ. Έπρεπε με το λαδωμένο πανάκι να τα κάνω να γυαλίσουν. Καλά καλά, σαν να τα είχαμε περάσει με λάκα! Και τέλος, το καλάθι το μεγάλο με την ασορτί κόκκινη πετσέτα στο κέντρο της τραπεζαρίας!

Πολύ τα λιγουρευόμουνα τα κόκκινα αυγά. Όχι ότι υπήρχε περίπτωση να απλώσω χέρι πάνω τους πριν γίνει Ανάσταση. Αλλά μετρούσα τις μέρες, τις ώρες, τα δευτερόλεπτα μέχρι να τα τσακίσω. Ήμουνα πεπεισμένη πως τα κόκκινα είναι απείρως πιο νόστιμα από τα άσπρα.

Θυμάμαι λοιπόν την τελετουργία της βαφής. Στη μεγάλη κουζίνα που δεν υπάρχει πια. Δεξιά στον τοίχο ένα τεράστιο ψυγείο Κελβινέιτορ (το επονομαζόμενο κι «αθάνατο»). Η πόρτα που έβγαζε στην πίσω αυλή. Το παράθυρο που έβγαζε στην πίσω λιακάδα. Στο τρανζίστορ τραγούδια λυπητερά, θλιμμένα, μεγαλοβδομαδιάτικα... Και στη μέση το μεγάλη τραπέζι που αποτελούσε το κέντρο επιχειρήσεων... Τέτοια υπέροχη, ανθρώπινη, ανοιχτόκαρδη κουζίνα ποτέ πριν... ποτέ μετά...

Θυμάμαι την καχυποψία με την οποία αντιμετώπιζε η μαμά τα σοκολατένια αυγά. Όποτε μου φέρναν εκείνους τους μυθικούς κούνελους με τις αυτούρες και το διαφανές κόκκινο περιτύλιγμα, σκοτείνιαζε το βλέμμα της. Ήταν βέβαιη ότι αυτή η σοκολάτα δεν ήταν καλής ποιότητας. «Ποιος ξέρει τι υλικά χρησιμοποιούν, μόνο η μόστρα τους ενδιαφέρει, καλύτερα να μην τα φας!».

Τα έτρωγα με μια αίσθηση αμαρτίας στη γεύση τους. Όντως δεν συγκρίνονταν με τη σοκολατίνα του ζαχαροπλαστείου. Ήταν πικρά και άνοστα. Άσε που πίστευα ότι τη δηλητηρίαση την έχω στο τσεπάκι μου. Άσε που αισθανόμουνα ότι- τρώγοντας ένα αυτί- ακρωτηρίαζα τον φουκαρά τον κούνελο. Ένιωθα σαν κανίβαλος ένα πράμα (όταν λέω εγώ «γεννήθηκα ξανθιά» κάτι ξέρω)...

Θυμάμαι το Μ. Σάββατο που ψιλοκόβαμε τη μαγειρίτσα (άλλη σπεσιαλιτέ της μαμάς που δεν τη μοιραζόταν με κανέναν) και λίγο πριν από τα μεσάνυχτα πηγαίναμε στην Ανάσταση. Αυτό ειδικά όοοοοχι δεν ήταν το καλύτερο μου. Πρώτον νύσταζα, δεύτερον φοβόμουνα τις στρακαστρούκες. Πολύ όμως! Όλοι δίνανε το φιλί της αγάπης, εγώ με τη λαμπάδα (που είχε και φαναράκι, παρακαλώ) στο χέρι και μούρη στο πάτωμα.

Θυμάμαι ότι τότε ο κόσμος δεν έφευγε για εκδρομές και ταξίδια. Όλοι μένανε σπιτάκι τους. Ξυπνούσαν οι άντρες από τα χαράματα, στήνανε τις σούβλες κι έρχονταν συγγενείς και φίλοι. Πολύ συχνά γίνονταν και περαντζάδες από σπίτι σε σπίτι. «Περάστε για ένα μεζέ, ένα κρασί». Και δωσ΄ του μουσικές, και δωσ΄ του χορός και τραγούδι, ανέκδοτα, χαβαλές, καβγάδες για πολιτικά ή ποδοσφαιρικά και μετά πάλι «εβίβα» κι ευχές απ΄ την καρδιά βγαλμένες, όχι οι τυπικούρες της απόλυτης ξεπέτας!

Θυμάμαι... Βγάζω τα εισαγωγικά και θυμάμαι... Τότε που η Λαμπρή μύριζε αγάπη κι όχι πλεξιγκλάς... Καλή Ανάσταση!
  • Της ΕΛΕΝΑΣ ΑΚΡΙΤΑ,ΤΑ ΝΕΑ: 17 Απριλίου 2009